Translate

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

H εκπαίδευση στην τουρκοκρατία, αιτιολογούσε τα "κρυφά σχολειά";

Μαθαίνοντας από τα σχολικά χρόνια την ύπαρξη των κρυφών σχολειών και της βοήθειας που παρείχαν στην μόρφωση των Ελλήνων, που είχε ως αποτέλεσμα τον λαϊκό ξεσηκωμό (με κυριότερες πηγές τον πίνακα του Γυζή και το δημοτικό τραγούδι "φεγγαράκι μου λαμπρό"), θα ήταν χρήσιμο να ερευνηθεί η εκπαιδευτική ελευθερία των Ελλήνων τα χρόνια της τουρκοκρατίας και το κατά πόσο ήταν απογορευένη, για να φτάσουμε σε ορθολογικά συμπεράσματα για την ιστορική αλήθεια του συγκεκριμένου θεσμού.
Υπάρχουν, άραγε, πηγές που να αποδίδουν την ύπαρξη των κρυφών σχολειών ή αντίστοιχα, υπάρχουν πηγές που να αποδεικνύουν ελευθερίες στο δικαίωμα της μόρφωσης των Ελλήνων τα χρόνια της τουρκοκρατίας, κάτι που δεν θα δικαιολογούσε την ύπαρξη των κρυφών σχολειών; ...


«Ο ίδιος ο Κοσμάς ο Αιτωλός βεβαίωνε σε γράμμα του προς τον αδελφό του Χρύσανθο, γύρω στα 1775: «Έως τριάκοντα επαρχίας περιήλθον, δέκα σχολεία ελληνικά εποίησα, διακόσια δια κοινά γράμματα». 

Ακόμη ο λόγιος και κληρικός Νεόφυτος Βάμβας, που έζησε από κοντά τα γεγονότα, ήταν ασφαλώς πιο αρμόδιος νά διατυπώσει γνώμη πάνω σ’ αυτό το επίμαχο θέμα. Η μαρτυρία του είναι αποκαλυπτική: «Είτε από αδιαφορία, είτε ως αρχή, η Υψηλή Πύλη ποτέ δεν εναντιώθηκε στην αναγέννηση των γραμμάτων στην Ελλάδα. Οι πιο πραγματικοί εχθροί σ’ αυτήν την ευτυχισμένη αποκατάσταση βρίσκονται μέσα στους κόλπους μας. Κι αν οι προσπάθειές μας κατορθώσουν να δαμάσουν τις προκαταλήψεις ή την αδιαφορία αυτού τού πανίσχυρου κλήρου, πού αποτελεί σήμερα το πρώτο σώμα τού ελληνικού έθνους, πολύ λίγα θα απομένουν να γίνουν προκειμένου για τούς Τούρκους»

«…παρατηρήσεις του λόγιου ιερέα της γερμανικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη Σολομών Schweigger που γύρω στο 1580 κάνει λόγο για την ευθύνη του πατριαρχείου: «Επιτρέπεται η ίδρυση κατώτερων σχολείων, αλλά αυτά διευθύνονται κακώς, υπεύθυνος δε είναι ο πατριάρχης, που δεν ενεργεί κατά το καθήκον του. Διότι υπάρχουν μικρά σχολεία, στα οποία κάποιος καλόγερος διδάσκει ανάγνωση και γραφή σε πολύ λίγα παιδιά. Εάν ένας μαθητής έχει όρεξη για ανώτερη μόρφωση, πρέπει να ενεργήσει ο ίδιος και να υποβληθεί σε μεγάλες θυσίες. Εάν δε λάβει κανείς υπόψη την καλή διάθεση του λαού, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα είχαν θαυμάσια αποτελέσματα τα καλά εκείνα σχολεία (εάν υπήρχαν), εις τα οποία θα διδάσκον ταν οι τέχνες και οι επιστήμες, η Αγία Γραφή κλπ».
Σίγουρα, οι τουρκικές αρχές επιτρέπαν τη λειτουργία ελληνικών σχολείων στην επικράτεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ναι, και μόνο στα Γιάννινα, από το 1647 ως το 1805 ιδρύθηκαν και λειτούργησαν πέντε τουλάχιστον ονομαστές σχολές! (Φάνης Κακριδής, ομότιμος καθηγητής πανεπιστημίου Ιωαννίνων, «Μύθος ή θρύλος το κρυφό σχολειό;». Το Βήμα», 22 Φεβρ. 1998)

 Και το 1873, στα Ιστορικά περί της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, ο Δημητσανίτης Μιχαήλ Οικονόμου, γραμματικός του Κολοκοτρώνη και έτσι βασικός ιστορικός του Αγώνα, γράφει ότι κατά την τουρκοκρατία «η λατρεία των χριστιανών εξησκείτο ελευθέρως και δημοσία και επροστατεύετο μάλιστα και από τους Τούρκους [...] επροστατεύετο δε και ελευθέρως ενηργείτο και η εκπαίδευσις». Το ειδικό βάρος αυτής της μαρτυρίας είναι ότι ο Οικονόμου σπούδασε αρχικά στη σχολή της πατρίδας του. Και η σχολή της πατρίδας του ήταν η Μονή Φιλοσόφου. Και στη Μονή Φιλοσόφου λειτουργούσε, κατά τον θρύλο, ένα από τα περιφημότερα -και βασικά για τη δημιουργία και την καλλιέργεια του μύθου- κρυφά σχολειά. Πώς δεν μνημονεύει λοιπόν ο Δημητσανίτης τη μετέπειτα «τουριστική ατραξιόν» της ιδιαίτερης πατρίδας του;» 

«Η Τήνος μόλις τον 18ο αιώνα πέφτει στα χέρια των Τούρκων, χωρίς και πάλι ν’ αλλάξει τίποτα στη ζωή των κατοίκων της, «με την καθολική απουσία Τούρκων από το νησί» (Αγγέλου, σ. 60). Κι όμως, στην Τήνο θρυλείται λειτουργία κρυφού σχολειού, και από εκεί μας έρχεται, έμμεσα εννοείται, ο γνωστός πίνακας του -Τηνιακού- Νικολάου Γύζη, ζωγραφισμένος το 1886 στη Γερμανία.» 

«Το ευρύτατα διαδομένο παιδικό τραγουδάκι-νανούρισμα «Φεγγαράκι μου λαμπρό…» θεωρήθηκε ότι περιγράφει τα παιδιά που έτρεχαν νύχτα στα όρη και στα βουνά, να πάνε κρυφά απ’ τους Τούρκους στο γειτονικό μοναστήρι, να μάθουν γράμματα. Κι όμως, στους βασικούς συλλογείς του τραγουδιού (Φωριέλ 1824, Σάντερς 1844, Πάσσοβ 1860 κ.ά.) δεν γίνεται ο παραμικρός συσχετισμός με κρυφό σχολειό. Ειδικότερα για την πορεία του παιδικού τραγουδιού και τη σύνδεσή του με το μύθο μάς κατατοπίζει η μελέτη του Αλέξη Πολίτη «Φεγγαράκι μου λαμπρό…», που δημοσιεύτηκε στην Αυγή το 1994 και έπειτα το 2000 στο βιβλίο του με τον χαρακτηριστικό τίτλο Το μυθολογικό κενό (εκδ. Πόλις)».

“Μέχρι σήμερον ουδαμού ανέγνω εν ομαλή καταστάσει πραγμάτων [...] βεζίρην ή αγιάνην, ή σουλτάνον εμποδίσαντα σχολείου σύστασιν, ή οικοδομήν” γράφει το 1839 ο Μανουήλ Γεδεών (Ιστορία των του Χριστού πενήτων). Και με μια δόση ίσως υπερβολής, για να δείξει την έκταση της κατώτερης εκπαίδευσης: “Εάν παραδεχθώμεν δεκαπεντακισχιλίους τουλάχιστον ναούς εν τη ενορία του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, ως είχε προ του 1821, τόσα στοιχειώδη σχολεία θ’ αποδεχθώμεν υπάρχοντα αμέσως μετά την άλωσιν, είτε εις τους των ναών νάρθηκας, είτε είς τι κελλίον μικρού ή μεγάλου μοναστηρίου, είτε εις τον οικισμόν, όπου διέμενεν ο παπάς χωρίου”.

Ο μέγας χαρτοφύλακας και χρονογράφος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Μανουήλ Γεδεών
«Βρήκανε λοιπόν πως κατά τα χρόνια εκείνα τα παλιά η παιδεία μας κατατρεχόταν από τους Τούρκους αλύπητα και το τελευταίο της καταφύγιο, άγιο βήμα μυστικό ήταν το κρυφό σκολειό. Εκεί, νύχτα βαθειά στέλναν οι μαννάδες τα παιδιά τους και με τη λαχτάρα που είχανε στην καρδιά, τα μαθαίναμε να λένε στο δρόμο το γνωστό παιδιάτικο τραγούδι, που είναι και νανούρισμα μαζί, τραγούδι σ’ όλους γνωστό, που λέει:
Φεγγαράκι μου λαμπρό/ φέγγε μου να περπατώ,/ να πηγαίνω στο σκολειό,/ να μαθαίνω γράμματα,/ του Θεού τα πράματα.
Ανάμεσα σ’ όσες διατριβές έτυχε να διαβάσω γραμμένες από παιδαγωγικούς άντρες ή γυναίκες, δεν είδα καμιάν ιστορική μαρτυρία, που να βεβαιώνη την ύπαρξη κρυφού σκολειού, όμως ούτ’ εγώ μέσα στον αμέτρητο σωρό ανέκδοτου υλικού για της σκλαβιάς τα σκολειά, που έχω συναγμένο, δεν απάντησα τίτοτε που να κάνη λόγο για το σκολειό έξω από το τραγούδι.
Φαίνεται λοιπόν πως για τους παιδαγωγικούς ρήτορες που ανάφερα, άλλη δεν υπάρχει μαρτυριά παρά το ίδιο εκείνο μοναχό περίφημο τραγούδι.
Όμως, αν και για την ύποφτή μου κρίση δε φτάνει το τραγούδι, ας το ξετάσουμε κι’ αυτό. Έρχεται λοιπόν η απορία πρώτα, πώς του κρυφού σκολειού τα μαθητούδια, που νύχτα πηγαίνανε στο σκολειό -κι’ αυτό θα βρισκόταν έξω από το χωριό, λοιπόν σε μοναστήρι είτε σε ρημοκλήσι- πώς τ’ ανήσυχα παιδιά, όλο φωνές, και γέλια και παιχνίδια στο δρόμο τους θα ξεφεύγανε την προσοχή των Τούρκων. Και δεν ήτανε των Τούρκων μοναχά ο κίντυνος -ας τον παραδεχθούμε μια στιγμή- αλλά νύχτα στην ερημιά ήτανε και λύκοι. Και πρώτα απ’ όλα ήτανε της μάννας η λαχτάρα κι’ όλου του χωριού. Τάχα τα παιδιά παίρνανε στο δρόμο τους κανένα φύλακα μιστωτό του χωριού; Τάχα τα συνόδευε κανένας πατέρας, αδελφός με τη σειρά του; Σοβαρές απορίες, ανησυχίες ρητορικές, που τις χαρίζω στον άγρυπνο της Εθνικής παιδείας ρήτορα. Όλο αυτό το φανταχτερό και κούφιο και χωρίς θεμέλιο χτίσμα πέφτει σε μια στιγμή σωρός μ’ ένα λόγο μοναχά: Ποτέ ο Τούρκος, ο αγράμματος δε μπόδισε το Χριστιανό γράμματα να μαθαίνη, και μονάχα πολύ σπάνια έμπαινε στη μέση να χωρίζη τους δασκάλους άμα πιανόνταν από τα μαλλιά και γινόνταν σκάνταλο με τα μεγάλα τους σκολειά. Όμως αυτό γινόταν στις χώρες με τα μεγάλα σκολειά ή στα μεγάλα μοναστήρια, όχι ποτέ μέσ’ στα χωριά. Επειτα, αν ήταν η κατώτατη παιδεία απαγορευμένη από τους Τούρκους, θα τολμούσε μάννα να στείλη το μακρό της μακρυά κι’ ο Τούρκος πάλι θα ήταν τάχα δύσκολο ν’ ανακαλύψη τα παιδιά των χριστιανών να περνάνε παίζοντας και φωνάζοντας στο δρόμο τους; (…)Είναι λοιπόν παλιό υποχρεωτικό συνήθιο να πηγαίνη ο παπάς αξημέρωτα στην εκκλησιά και περισσότερο άμα είχε και μαθηταρούδια να προσέξη στο νάρτηκα είτε και μέσα στα σκαλοπάτια του εικονοστάσιου, όπου βοηθούσανε και τ’ αναμμένα καντήλια. Ο δάσκαλος παπάς μπορούσε νάταν και διάκος ή και γερομόναχος. Κάθε μαννούλα έπρεπε να ετοιμάση, να καλοπιάση το μισοξύπνητο παιδί για να το ξεκινήση. Και στεκόταν η μάννα πίσω, έλεγε στ’ άλλο το μικρότερο πούχε στο πλευρό της το νανούρισμα, για να το κάμη κι’ εκείνο ν’ αγαπάη τ’ αγουροξύπνημα.. και το Κρυφό σκολειό! άρθρο του Γιάννη Βλαχογιάννη (φιλόλογος και ιστορικός που αφιέρωσε όλη του τη ζωής στην ανακάλυψη πηγών για το 1821. Δημοσιεύτηκε στη “Νέα Εστία” με τίτλο “Το κρυφό σκολειό” (15 Αυγούστου 1945, τεύχος 436, σ. 678-683).

«Και στη συγκρότηση του μύθου περί εμποδιζομένης παιδείας από τους Οθωμανούς κυρίαρχο ρόλο έπαιξε το εν Αθήνησι Πανεπιστήμιο που ιδρύθηκε το 1837 με τις δικές του στοχεύσεις. Ας δούμε λοιπόν την ιστορική πορεία διαμόρφωσης του μύθου. Η πρώτη διατύπωση της αντίληψης ότι οι Οθωμανοί κατέτρεχαν τα σχολεία των χριστιανών διατυπώνεται από τον Στέφανο Κανέλο σε μια επιστολή του προς τον Γερμανό Ίκεν το 1822. Ο Κανέλος, οπαδός του διαφωτιστικού κινήματος, διατυπώνει αυτή την άποψη με στόχο τη δικαιολόγηση του χαμηλού μορφωτικού επιπέδου των επαναστατημένων συμπατριωτών του απέναντι σε ξένους και την πρόκληση μεγαλύτερου ενδιαφέροντος από την πλευρά τους. Ας ληφθεί υπόψη ότι το κίνημα του ρομαντικού φιλελληνισμού βρίσκεται στην κορύφωσή του και καταβάλλονται προσπάθειες για τη μεγαλύτερη δυνατή υποστήριξη των επαναστατημένων. Παρόμοια άποψη δεν έχει διατυπωθεί πουθενά έως τότε (ούτε καν σ’ ένα δημοτικό τραγούδι) και θα περάσει καιρός μέχρι να ανασυρθεί για να χρησιμοποιηθεί πάλι. Αν κρίνει δε κανείς από την οργάνωση της παιδείας επί οθωμανικής αυτοκρατορίας, πραγματολογικά, αυτή η άποψη δεν δικαιολογείται: οι Οθωμανοί δεν θα είχαν λόγο να εμποδίσουν την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, όταν λειτουργούσαν ανενόχλητα και επίσημα γυμνάσια και ακαδημίες (στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη, στις Κυδωνίες αλλά και στον ελλαδικό χώρο).»

« Υπάρχουν τεκμήρια ότι σχολεία λειτουργούσαν με την άδεια, την ανοχή συχνά, της Πύλης. Ο Ρήγας στο Βελεστίνο δεν αναφέρει πως έμαθε γράμματα από παπά σε κανένα κρυφό σχολειό. Ήταν γεμάτο το Πήλιο σχολεία. Όπως και τα Γιάννινα. Πού έμαθε τόσα γράμματα ώστε να γίνει ό,τι έγινε ο Κωλέττης, κολλητός του Αλή Πασά, ο Βηλαράς πού; Κάποιοι πάλι ξέχασαν τα ελληνικά τους μέσα στην εθνικιστική φούρια τους. Από την ομηρική διάλεκτο έως σήμερα έχει αλλάξει η σημασία της λέξεως «κλέπτης – κλέφτης»;; Τι στο καλό σημαίνει ο κλεφταρματολός άλλο από αρματωμένος κλέφτης. Όσο το πού μάθανε τα άρματα και ποιος τούς έδωσε τα καριοφίλια είναι με γραπτές πηγές θεμελιωμένο και στα απομνημονεύματα πολλών καταγραμμένο πως Διάκος, Ανδρούτσος, Καραϊσκάκης, Τζαβελαίοι, Μποτσαραίοι, Κωλέττης και δεκάδες άλλοι υπηρέτησαν ως μισθοφόροι στον Αλή Πασά.» (Κ.Γεωργουσόπουλος, «Τα Νέα», 17/03/07).

«Γραπτή μαρτυρία ότι η μονή Φιλοσόφου λειτούργησε ως «κρυφό σχολειό» δεν υπάρχει. Ο Ευθ. Καστόρχης, μόνο, αναφέρει ότι ανευρέθησαν παμπάλαια διδακτικά χειρόγραφα άνευ προμετωπίδος και χρονολογίας. «Κρυφό Σχολειό», που συντηρούσε η εκκλησία, ως διωκόμενος θεσμός, δεν προκύπτει από καμία ιστορική μαρτυρία. (Από το βιβλίο του Δάσκαλου Νικόλαου Π Γεωργακόπουλου ( Βάχλια Γορτυνίας ) «Η παιδεία στην Αρκαδία επί τουρκοκρατίας» ΑΚΒ)

Ο ιστορικός και αγωνιστής του 1821 Ιωάννης Φιλήμων στο βιβλίο του «Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας» που εξεδόθη το 1834, αναφέρει ειδικότερα ότι η ελεύθερη σύσταση ελληνικών σχολείων οφειλόταν στη γενικότερη αμάθεια των Τούρκων, οι οποίοι, αγνοούσαν ποιά μέτρα θα ωφελούσαν το πολιτικό σύστημά τους, υπονοώντας την απαγόρευση των σχολείων.
Λέξη για κρυφό σχολειό!

Επιπλέον, τόσο ο Ματθαίος Παρανίκας, στο «Σχεδίασμα» που εξεδόθη το 1867, όσο και ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, αρνούνται την ύπαρξη κρυφών σχολειών και αναφέρουν την ίδρυση πολλών νόμιμων σχολείων σε πολλές περιοχές της σκλαβωμένης Ελλάδας.

Μια άλλη απόδειξη αφορά τον διαγωνισμό με αντικείμενο την ιστορία της ελληνικής παιδείας από την άλωση της Κωνσταντινύπολης μέχρι το 1821, που προκήρυξε το 1865 ο «Ροδοκανάκειος Φιλολογικός Αγών», έντυπο της «Ροδοκανάκειου Ιερατικής Σχολής». Υπεβλήθησαν εργασίες από τους Παναγιώτη Αραβαντινό και Κωνσταντίνο Σάθα, με τον τελευταίο να βραβεύεται για το μέρος της έρευνάς του που αφορούσε στους λογίους και στο γλωσσικό ζήτημα, καθώς θεωρήθηκε ότι η μελέτη του Παρανίκα, που είχε ήδη δημοσιευθεί, κάλυπτε επαρκώς τα θέματα που άπτονταν των ελληνικών σχολείων.
Σε καμία από αυτές τις εργασίες δε συναντάται αναφορά στην ύπαρξη Κρυφού Σχολειού.

Συμπληρωματική της εργασίας του Παρανίκα είναι και η μελέτη του Τρύφωνος Ευαγγελίδου, «Η παιδεία επί Τουρκοκρατίας» (1936), όπου κατέγραψε ακόμα περισσότερα σχολεία, βασισμένος σε πρόσθετες πηγές στις οποίες δεν είχε πρόσβαση ο Παρανίκας

Εννοείται πως υπήρχαν και κάποιοι ιερείς που αψήφησαν τις εντολές των "ανωτέρων" τους και με προσωπική πρωτοβουλία βοήθησαν στην μόρφωση των Ελλήνων, χωρίς να αιτιολογείται το μέγεθος του θεσμού του κρυφού σχολειού, βάσει των πηγών που παρατέθηκαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου