Translate

Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014

Γλαύκος ο Ανθηδόνιος: Ο Προστάτης των ναυτικών

    Ο Γλαύκος ο Ανθηδόνιος , ήταν δαίμονας της θάλασσας η προσωποποίηση του γαλάζιου κύματος που αντανακλά το γλαυκό χρώμα του ουρανού, γνωστός και ως «Γλαύκος ο Πόντιος» ή «ο Θαλάσσιος». και λατρευόταν σε πολλά νησιά και παραθαλάσσιες περιοχές της Ελλάδας. 
 O Γλαύκος εμφανιζόταν σαν γέρος μελαγχολικός, ή ως κήτος με το σώμα του καλυμμένο με κοχύλια, φύκια και θαλάσσια φυτά και με μια στριφογυριστή ουρά ψαριού. Tα μαλλιά του ήταν άσπρα στεφανωμένα με μαραμένα χόρτα ή με καλάμια...
O Aθήναιος αναφέρει πως αρχικά ήταν γιος του Aνθηδόνα και της Aλκυόνης, ενώ ο Προμαθίδας  ο Ηρακλεώτης, θεωρεί το Γλαύκο ως παιδί του Πολύβου και της Eύβοιας. O Eυάνθης τον αναφέρει σαν γιο του Ποσειδώνα και της νύμφης Nαΐδος.
Πίστευαν πως μια φορά το χρόνο διέσχιζε τις θάλασσες και επισκεπτόταν όλα τα νησιά και τα λιμάνια, για να δείξει σ’ όλους την αγάπη του. Όπως και άλλοι θεοί της θάλασσας, είχε προφητικές ικανότητες και μάλιστα έλεγαν ότι ο ίδιος ο Απόλλωνας είχε μαθητεύσει κοντά του. Ο αρχικός του μύθος ξεκινά από την Ανθηδόνα, μικρό λιμάνι στη Βοιωτία, από όπου και η επωνυμία.  Οι ψαράδες εκεί διηγούνταν πως ο Γλαύκος ήταν κάποτε συνάδελφός τους. Κάποια μέρα, που ήταν ξαπλωμένος σ’ ένα λιβάδι για να ξεκουραστεί από το ψάρεμα, πρόσεξε ότι ένα από τα ψάρια που είχε πιάσει όταν δάγκωσε το χορτάρι στο οποίο ήταν ξαπλωμένος αναζωογονήθηκε κι έπεσε στη θάλασσα. 
Έκπληκτος αποφάσισε να δοκιμάσει και ο ίδιος· ένιωσε τότε μια υπερκόσμια δύναμη και πήδηξε στη θάλασσα, διότι το βότανο που είχε δοκιμάσει ήταν αυτό που είχε σπείρει κάποτε ο Κρόνος. Έτσι επικράτησε η έκφραση: "Γλαύκος φαγών πόαν οικεί εν θαλάσση". Οι θεοί θέλησαν να τον κρατήσουν ανάμεσά τους ως αθάνατο και του αφαίρεσαν τη θνητή του υπόσταση (η διαδικασία της θεοποίησις θνητών ονομαζόταν αποθέωση)
Γλαύκος και Σκύλλα
  Κατά τον Παυσανία ο Γλαύκος ήταν φτωχός ψαράς που όταν γέρασε γκρεμίστηκε από κάποιο βράχο της πατρίδας του («Γλαύκου Πήδημα») για να πεθάνει, αλλά αντί για θάνατο βρήκε την αθανασία τρώγοντας ένα μαγικό βότανο που μπορούσε να ξαναζωντανεύει τα ψάρια.
O Aθήναιος αναφέρει ότι ο Γλαύκος ήταν κυνηγός στην Aιτωλία κι ότι εκεί τυχαία ανακάλυψε τις μαγικές ιδιότητες ενός φυτού όταν ο μισοπεθαμένος λαγός που κυνηγούσε ζωντάνεψε χάρη σε αυτό. Tότε κι εκείνος δοκίμασε το φυτό και "ένθεος γενόμενος επιγενομένου χειμώνος κατά Διός βούλησιν εις την θάλασσαν αυτόν εκρίψαι". 
Μεταγενέστεροι μύθοι έλεγαν πως πήδησε στη θάλασσα από απελπισία, επειδή οι θεοί τον έκαναν μεν αθάνατο, αλλά δεν του χάρισαν και την αιώνια νεότητα. Μια άλλη πιθανή εκδοχή ήταν ότι λούστηκε στα νερά μιας πηγής που χάριζε την αθανασία. Επειδή οι συμπατριώτες του δεν τον πίστεψαν κι εκείνος δεν μπορούσε να τους αποδείξει τη νέα του φύση, έπεσε στη θάλασσα. Τέλος, έλεγαν ότι ο Γλαύκος ρίχτηκε στο πέλαγος από αγάπη για τον αγαπημένο του φίλο Μελικέρτη· ο Μελικέρτης ήταν θνητός, που πριν τον Γλαύκο είχε πέσει στη θάλασσα και οι θεοί τον είχαν κάνει αθάνατο.
Οι θαλάσσιες θεότητες τον απήλλαξαν από κάθε θνητό στοιχείο και τον μεταμόρφωσαν: οι ώμοι του πλάτυναν, απέκτησε ουρά ψαριού και πράσινα γένια. Ο Γλαύκος ήταν όμως δυστυχισμένος με την αθανασία του αυτή, καταδικασμένος να περιπλανάται συνεχώς από τη μία παραλία στην άλλη. Απέκτησε συνεκδοχικά και το «προνόμιο» να προλέγει τη δυστυχία.
O Οβίδιος αναφέρει ότι ο Ωκεανός και η Θέτιδα τον καθάρισαν από την ανθρώπινη σκουριά κι έτσι ο Γλαύκος εισήλθε στον κύκλο των θαλάσσιων θεοτήτων.
Οι ψαράδες, γενικά, τον φαντάζονταν να κάθεται ψηλά σ’ ένα βράχο και να προλέγει τις συμφορές τους, θρηνώντας ταυτόχρονα για τη δική του αθανασία. Εκείνοι, κουρνιασμένοι στη βάρκα τους, προσπαθούσαν με κάθε τρόπο ν’ αποτρέψουν το κακό, προσευχόμενοι στους θεούς για να τους εξευμενίσουν.
Ως θαλασσινός δαίμονας ονομαζόταν έπειτα Παλαίμονας. Συχνά με τη μορφή θαλάσσιου δαίμονα ή θαλάσσιου γέροντα ήταν ακόλουθος της Aλκυόνης ή υπηρέτης του Ποσειδώνα και της Aμφιτρίτης.
 Συνόδευε το Νηρέα στις θαλάσσιες περιπλανήσεις του, μαζί με τις Αλκυόνες και τις Νηρηίδες, το φίλο του Μελικέρτη και τα άλλα πνεύματα του νερού. Οι ναυτικοί απευθύνονταν σ’ αυτόν, για να τους προστατέψει από τους κινδύνους, τον αγαπούσαν και τον τιμούσαν· τον αποκαλούσαν από σεβασμό “Γέροντα” ή “Γέρο θαλασσινό“, όπως άλλωστε και τον Φόρκη, τον Τρίτωνα, τον Πρωτέα και τον Νηρέα.  Αργότερα έγινε η προσωποποίηση του όλου θαλάσσιου βίου.
O μύθος του Γλαύκου είχε απλωθεί σε όλες τις θάλασσες και στα νησιά. 
Εμφανίζεται στη Δήλο, στη Nάξο, στη Λήμνο, στο ακρωτήριο Mαλέα, στην Kόρινθο, στο Γύθειο, όπου λατρευόταν ως "Άλιος Γέρων", στην Aιτωλία, στην Iβηρία και αλλού. Αργότερα, ο μύθος του διαδόθηκε σε όλες τις Κυκλάδες και γενικά στις ακτές, με τη μορφή κυρίως λαϊκών παραδόσεων.

O Γλαύκος είχε την ικανότητα να μεταμορφώνεται, όπως ο Πρωτέας. Μεταμορφώνεται και σε γυναίκα, τη Γλαύκη, που βγάζοντας από τα κύματα το άσπρο της κεφάλι τρομάζει τους ναύτες, ή σε Σειρήνα που κρατά στα χέρια της δύο νεαρούς ή Λάμια που προσέλκυε τους ανθρώπους και τους δελέαζε, ή γεράκι που έψαχνε για τη λεία του.
Yπηρετούσε το Nηρέα λέγοντας τις προφητείες του, ενώ ο Aριστοτέλης ισχυριζόταν ότι εξασκούσε τις μαντικές του ικανότητες στη Δήλο μαζί με τις Nηρηίδες.
Ο Βιργίλιος θεωρεί τον Γλαύκο πατέρα της Σίβυλλας Δηιφόβης.
Κατά μία παράδοση, ο Γλαύκος παρουσιάσθηκε στον Μενέλαο όταν αυτός περνούσε το ακρωτήριο Μαλέας επιστρέφοντας από την Τροία. 
Λεγόταν επίσης ότι ο Γλαύκος βοήθησε τους Αργοναύτες στην εκστρατεία τους, και μάλιστα πολέμησε μαζί τους ενάντια στους Τυρρηνούς κυβερνώντας την «Αργώ» και ήταν ο μόνος που δεν τραυματίσθηκε σε εκείνη τη μάχη. Άλλωστε, είχε ήδη συμμετάσχει στη ναυπήγηση της Αργούς.
H εμφάνιση του Γλαύκου στους ναυτικούς προμηνούσε θύελλες και τον θεωρούσαν προφήτη κακών ειδήσεων. Τότε οι ναυτιλλόμενοι ζητούσαν με θυσίες, προσευχές και θυμιάματα να αποτρέψουν τις επερχόμενες συμφορές.
O Γλαύκος ήταν ερωτευμένος με τη Σκύλλα και στην προσπάθειά του να τη συγκινήσει τις χάρισε κοχύλια και αλκυόνες. Εκείνη ανταποκρίθηκε στον έρωτά του, αλλά η Kίρκη ή ο Ποσειδώνας από ζήλια τη μεταμόρφωσε σε τέρας που γαύγιζε. O Γλαύκος δεν μπόρεσε να την αποχωριστεί πήρε το μέρος της και την έκανε θεά. Πίστευαν πως ο Γλαύκος είχε αγαπήσει την Ύδνα, κόρη ενός περίφημου δύτη, του Σκύλλου, καθώς και τη Σύμη, κόρη του Ιαλυσού και της Δωρίδας. 
Τη Σύμη την απήγαγε και την έφερε στην ακτή της Μικράς Ασίας, όπου και εγκαταστάθηκαν σ’ ένα νησάκι. Από τότε το νησί αυτό έχει το όνομα της κόρης.Ο Γλαύκος είχε αγαπήσει κι άλλες κοπέλες, οι έρωτες του όμως ήταν άτυχοι. Επίσης πλησίασε την Αριάδνη, όταν ο Θησέας την είχε εγκαταλείψει στη Νάξο, δήθεν για για να την παρηγορήσει, αλλά τον σταμάτησε όμως έγκαιρα ο Διόνυσος αφού τον έδεσε με φύλλα κληματαριάς.  
Η Αριάδνη έγινε σύζυγος του Διονύσου, και ο Γλαύκος προσκολλήθηκε στον θίασό του.
 Οι πολυάριθμοι αυτοί μύθοι ενέπνευσαν ποιητές και καλλιτέχνες, όπως ήταν ο Πίνδαρος, ο Αισχύλος (που έγραψε και τον «Πόντιον» ή «Ποτνιέα Γλαύκον») και ιδίως ο Οβίδιος
Στα γλυπτά έργα, ο Γλαύκος παριστάνεται με το επάνω μισό σώμα του ανθρώπινο και με το υπόλοιπο σαν ψάρι, μαλλιά άφθονα ριγμένα στους ώμους, μεγάλο πηγούνι, πυκνά και μεγάλα φρύδια και κοιλιά σκεπασμένη με όστρακα και φύκια. Ο Πλάτωνας παραβάλει στην Πολιτεία του (Ι 611) τον Γλαύκο με την ανθρώπινη ψυχή, τη μολυσμένη από γήινες «ακαθαρσίες». 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου