Translate

Τετάρτη, 13 Σεπτεμβρίου 2017

Tέμενος: Ο ιερός περίβολος σύνδεσης με τους θεούς.

"..αγλαόν Διός τέμενος.." 
"...λαμπρό τέμενος του Διός.." (Νεφέλες 1360, Αριστοφάνης)
Τα τελευταία χρόνια ακούγεται συχνά η λέξη Τέμενος μέσα στα πλαίσια μιας θρησκείας που σε τίποτα δεν ομοιάζει την Αρχαία Ελληνική θρησκεία από όπου ξεπήδησε ο αρχικός όρος και η έννοια της λέξεως "τέμενος". Η λέξη προέρχεται από την αρχαία ελληνική γλώσσα και η σημασία της τείνει να χαθεί. Ας ξεκαθαρίσει το τοπίο. Τι είναι τέμενος;
  Ένας βράχος, ένα δάσος, μία πηγή, μία σπηλιά ή ένα επιβλητικό τοπίο μπορούσε στην αρχαία Ελλάδα να γίνει, με το πέρασμα των χρόνων, χώρος ιερός, ένα "τέμενος"στο οποίο οριζόταν να λατρεύεται μία θεότητα. Ένας ιερός χώρος, γη ή κτίσμα, που έχει αφιερωθεί σε θρησκευτική λατρεία.
  Μυθολογικά με το όνομα Τεμένιος αναφέρεται  ένας από τους τοπικούς θεούς και ήρωες που λατρεύονταν στη Λακωνία. Ο Τεμένιος οφείλει το όνομά του από το ότι ήταν ιδρυτής ή προστάτης κάποιου γνωστού τεμένους. Το όνομα κατέληξε να σημαίνει ένα ξεχωριστό θεό και ήρωα από την αρχική θρησκευτική επίκληση διάφορων θεών ως Τεμενιτών.
  Το τέμενος, είναι αυτό που τέμνει τον χώρο, τον διαχωρίζει από το υπόλοιπο φυσικό τοπίο. Ο οριοθετημένος, τεχνητά ή όχι χώρος, μέσα στο οποίο λατρευόταν μια θεότητα ή συνηθέστερα ένας ήρωας στην αρχαία Ελλάδα. Ήταν συνήθως αλσύλλια που περιέκλειαν βωμούς ή και άλλες πρόχειρες, τυχαία τοποθετημένες κατασκευές για την τέλεση ιεροπραξιών. Αποτελούν ένα από τα βασικότερα χαρακτηριστικά της αρχαίας θρησκείας, ιδίως στις απαρχές της, καθώς και μέσα από την οριοθέτηση και καθιέρωση του χώρου προήλθαν τα ιερά.
  Στην πραγματικότητα όμως το ελληνικό Ιερό ιδρύεται μόνο με την οριοθεσία, η οποία το διακρίνει από το κοσμικό (βέβηλον). Το "αποκομμένο", ο χώρος ο αφιερωμένος στον θεό ή στον ήρωα ονομάζεται με τον παλιό όρο, ο οποίος γενικώς χαρακτηρίζει κάθε κτηματική περιουσία, τέμενος. Ακόμα και όταν λατρεύεται ένα ποτάμι ή ο Πανόπης θεός Ήλιος, του ανήκει ένα καλά οριοθετημένο τέμενος. Τα σύνορα καθορίζονται με λίθους, οι οποίοι συχνά είναι ενυπόγραφοι, ή με συμπαγή πέτρινο τοίχο, κατά κανόνα στο ύψος του ανθρώπου. Όλα τα οικοδομήματα και τα αναθήματα του ιερού βρίσκονταν μέσα σε κτιστό περίβολο. Συνήθως αφήνεται μία μόνο είσοδος, όπου εκεί τοποθετούσαν λεκάνες με νερό για τον καθαρμό. Για αυτό κι εκεί απαγορευόταν κάθε τι που θα μπορούσε να προκαλέσει μίασμα, όπως ερωτική επαφή, γέννηση και θάνατος. Κατά κανόνα η απλή υποδήλωση με λίθους και δέντρα ήταν αρκετή για την δημιουργία ιερού τεμένους. Στο κέντρο της Ελευσίνας βρισκόταν πάντα ένας ακατέργαστος βράχος. Το Ιερό της "Ολυμπίας Γης" περιέκλειε ένα φυσικό χάσμα γης. Βεβαίως τοποθετούνταν και λίθοι, ακατέργαστοι λίθοι (αργοί λίθοι). Στους Δελφούς ο λίθος, στον οποίο είχε δοθεί η χαρακτηριστική μορφή του ομφαλού, εθεωρείτο ως κέντρο όχι μόνο του ιερού αλλά και του κόσμου.
Το ιερό της Ελευσίνας διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά ενός τυπικού Αρχαίου Ελληνικού τεμένους: χωρίζεται με τείχος από τον κοσμικό χώρο, διαθέτει κρήνες για να πλυθούν όσοι εισέρχονται, βωμούς για τις θυσίες, ναούς για τη φύλαξη των ιερών συμβόλων και «θησαυρούς» για την αποθήκευση των προσφορών. Διαθέτει όμως και το Τελεστήριο που το κάνει μοναδικό στην Αρχαία Ελληνική θρησκευτική πρακτική.  Δυο από τα πιο γνωστά τεμένη ήταν αυτά του Πέλοπα στην Ολυμπία (Πελόπιον) και του Οφέλτη στη Νεμέα.
 Οι ιεροί τόποι πρέπει να δηλώνονται με σαφήνεια, αλλά φυσικές ιδιομορφίες είναι μάλλον ακατάλληλες για αυτόν τον σκοπό. Σπήλαια και κοιλώματα παίζουν περιθωριακό μάλλον ρόλο, αν και η μυστηριακή λατρεία στο σπήλαιο της Ίδης θεωρείται πολύ εντυπωσιακή. Το άγριο, πλούσιο σε πηγές, βραχώδες φαράγγι στην Λιβαδειά, δάνεισε ορισμένα στοιχεία στην χθόνια λατρεία του Τροφώνιου. Υπήρχαν επίσης Ιερά κοντά σε θερμές πηγές. Όπως και να έχει στις περιπτώσεις αυτές όπου το Ιερό βρίσκεται κοντά σε νερό θεωρούν οι Αρχαιολόγοι πως πρέπει να έχει επιδράσει η παλαιά πρακτική της θυσίας δια πνιγμού, ενώ η ανάβαση και η οδήγηση του ζώου προς θυσία στο βουνό έχει εξίσου σημαντική παράδοση. Εξάλλου τα ιερά συχνά ήσαν τοποθετημένα όχι επάνω στην κορυφή αλλά σε ένα τοποθετημένο διάσελο. Παράδειγμα το ιερό του Διός Λυκαίου ή ο τόπος της βουράς στο όρος Οίτη.
  Το τέμενος εξυπηρετεί την ιερουργία, την θυσία. Το πιο σημαντικό στοιχείο του, πιο σημαντικό και από τα λατρευτικά στοιχεία, το δέντρο και την πηγή, είναι ο βωμός πάνω στον οποίο άναβε η φωτιά. "Τέμενος και ευωδιαστός βωμός", ἔνθα δέ οἱ τέμενος βωμός τε θυήεις  (Οδύσσεια ραψ.Θ 363), είναι ήδη μία ομηρική φόρμουλα. Ένα τέμενος δεν είναι απαραίτητο να προορίζεται για έναν μόνο θεό. Έτσι είναι δυνατό να περικλείει περισσότερες θέσεις θυσίας, περισσότερους βωμούς, οι οποίοι τότε βρίσκονται σε ορισμένη σχέση μεταξύ τους. Συνήθης είναι η αντίθεση του λάκκου προσφορών ή της επίπεδης εστίας προς τον ανυψωμένο πέτρινο βωμό. Η διάκριση αυτή αντιστοιχεί στη διάκριση μεταξύ χθόνιας και ολύμπιας θυσίας. Ήρωας και θεός είναι κατά αυτόν τον τρόπο μεταξύ τους συνδεδεμένοι, βεβαίως μπορούν επίσης να έχει ο καθένας τον δικό του αποκλειστικό τέμενος. Τα ονόματα των θεών δεν ήσαν περιορισμένα σε συγκεκριμένες δραστηριότητες. Υπήρχε Απόλλων στην αγορά αλλά επίσης και στην απομονωμένη περιοχή των Βασσών. Υπήρχαν Ιερά κορυφής του Διός αλλά επίσης και Ήρα Ακραία και Αφροδίτη στην Ακροκόρινθο.


΄ Η λατρεία των Ελλήνων προσδιοριζόταν σχεδόν πάντοτε τοπικά: οι τόποι λατρείας ήσαν δεδομένοι και δεν ήταν δυνατόν να μετακινηθούν εύκολα. Ακόμα και σε περιπτώσεις καταστροφών, επαναστάσεων και πληθυσμιακών αλλαγών τα Ιερά συχνά διασώζονταν και η φροντίδα τους συνεχιζόταν. Για τον σημερινό παρατηρητή η αίσθηση ενός αρχαίου ελληνικού ναού είναι αρρήκτως συνδεδεμένη με την αίσθηση του ελληνικού τοπίου.  Και οι αρχαίοι είχαν επίσης παρόμοια αίσθηση. Μιλούσαν για εξέχοντα ύψη , για πέτρινες κορυφές των Δελφών, προπάντων για την γλυκύτητα των ιερών αλσών με τα θροίζοντα φύλλα, τους κελαηδισμούς των πουλιών το κελάρυσμα των πηγών. Βεβαίως η λατρεία δεν ήταν κάποια απήχηση της εμπειρίας του τοπίου. Ακόμη και όταν κάποιος αισθάνεται επί τόπου την πνοή του θείου και συναισθάνεται ότι βρίσκεται στην περιοχή ανωτέρων όντων, ακόμη και τότε αυτό προκαλείται από την θεσμοθετημένη λατρεία.  Όπως οι τελετουργίες μορφοποιούν την αντίθεση του έξω και του έσω, έτσι σε σχέση με την ανθρώπινη κοινότητα υπάρχουν αφενός τα κεντρικά και αφετέρου τα απόκεντρα Ιερά. Τα πρώτα μπορεί να είναι στην ακρόπολη ή να πλαισιώνουν την αγορά τα δεύτερα επιζητούν τα ύψη, τις λίμνες , τα άλση, τα έλη, ή τις σπηλιές.  Έτσι έχουμε το Ιερό της την Άρτεμις Λιμνάτις, επίκληση που μαρτυρεί μια περιοχή με πολλά νερά και επομένως εύφορη, η οποία  λατρευόταν σε πολλά ιερά της Πελοποννήσου όπως τη Στύμφαλο, τη Σικυώνα, την Επίδαυρο, την Τριφυλία και την Μεσσήνη. Όπως έχουμε και το Ιερό του Διόνυσου εν Λίμναις, όπου ήταν αφιερωμένα η ετήσια γιορτή των Ανθεστηρίων, μαζί με τον χθόνιο Ερμή.

   Ακόμη πιο σπουδαίο από τον λίθο για την υποστύλωση Ιερού ήταν το δέντρο. Το δέντρο που προσφέρει την σκιά την ομορφιά αλλά και την συνέχεια μέσω των γενεών. Τα περισσότερα ιερά είχαν το καθένα το δικό του χαρακτηριστικό δέντρο. Στην Ακρόπολη των Αθηνών την ελιά που χρειαζόταν ιδιαίτερη φροντίδα και βρισκόταν στο Ιερό της "θεάς της δροσιάς" της Πανδρόσου. Στο Ιερό στην Σάμο την λυγαριά (λύγος). Στην δήλο έδειχναν τον Φοίνικα στον οποίο στηρίχθηκε η Λητώ για να φέρει τους δίδυμους θεούς Απόλλωνα και Άρτεμη. Στα Δίδυμα υπήρχε η δάφνη του Απόλλωνος, στην Ολυμπία η αγριελιά (κότινος). Εξαιρετικά παλιά και ιερή ήταν η δρυς της Δωδώνης η οποία με το θρόισμα της έδινε χρησμούς.
Επίσης συχνά στο Ιερό ανήκει ένα τμήμα δάσους, ένα άλσος, που στην Ολυμπία ονομάζεται Άλτις, έτσι ώστε ή να ταυτίζεται με το ίδιο το Ιερό ή να αποτελεί άμεση συνέχεια του. Το όνομα "τόπος βοσκής" αποδεικνύει την πρακτική χρήση του ως βοσκότοπο για τα υποζύγια και τα άλογα των συμμετεχόντων στην εορτή, πράγμα όμως που δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να αποκλείσει μία βέβαια αίσθηση της φύσεως, αφού μάλιστα το άλσος διατηρείται για ιερή χρήση ("ένα λιβάδι όπου βόσκουν άλογα" Πίνδ, Όλ. 5.11).
  Από την στιγμή που θα μπει ο πρώτος λίθος αρχίζει η ιερότητα του χώρου, δημιουργείται το Τέμενος. Ένας ιερός περίβολος ιερουργίας, θυσίας, ιεροπραξιών. Ένας χώρος θεραπείας των γραμμάτων των τεχνών της ανθρώπινης ύπαρξης. Ένας χώρος καθαρός, τυλιγμένος με ιερή σιωπή. Τα ελληνικά τεμένη μας διδάσκουν πως να συμπορευόμαστε με τους θεούς και όχι πως να τους ακολουθούμε. Είναι ένας χώρος σύνδεσης με τους θεούς. Σύνδεσης με την ιερή γνώση. Συν-δέω  σημαίνει κυριολεκτικά "δένω μαζί δύο ή περισσότερα/-ους", το συν είναι της από κοινού συμμετοχής στη δέηση. Εξ ου και το δ έ ο μ ε ν, δ έ η σ η, δ έ ο ς, οπότε με το συνδέω πληρώ μια έλλειψή μου και δέομαι- υμνώ για κάτι που μου λείπει. Την ένωση με το θείο στοιχείο μέσα μας.



*H έρευνα έγινε από την Γιώβη Βασιλική. Πληροφορίες και αποσπάσματα σχετικά, συλλέχθηκαν από: Αρχαία Ελληνική θρησκεία Walter Burkert/ aristomenismessinios.blogspot.gr/ archaeologia/gr/ postmodern.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου