Translate

Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017

Το βάζο με την κρυμμένη μαρμελάδα


Χορός: Και τι φάρμακο βρήκες; (για το φόβο του θανάτου)
Προμηθέας: Τους έδωσα τυφλές ελπίδες. 
(Αισχύλος, Προμηθ. Δεσμ.)
Φάρμακο. Ώστε για αυτό πρόκειται.! Για ένα φάρμακο. Η Ελπίδα λέει είναι φάρμακο. Και είναι και τυφλή. Με αυτή την λογική τότε: "Εν αρχή ην η αρρώστια".  Η αρρώστια του φόβου. Ως άρρωστοι λοιπόν χρειαζόμαστε φάρμακα. Και εκεί είναι που έρχεται η ελπίδα.
Φάρμακο που θα μας γιατρέψει και θα μας παρατείνει την ζωή  θα μας την απαλύνει. Και που -όπως και να' χει- είτε με φανφάρες, είτε σιωπηλά μας οδηγεί ως καλή οικοδέσποινα, σε μύριους θανάτους. Τυφλή η ελπίδα; Ας κάνουμε τα στραβά μάτια. Λεπτομέρειες. 
Ποια είναι όμως η Ελπίδα; Ας δούμε τι έχει διασώσει ο μύθος;
  Η Πανδώρα λέγεται ότι ήταν η πρώτη γυναίκα που έφτιαξαν οι θεοί και έμελλε να είναι θνητή. Την ημέρα του γάμου της, δέχεται τα πρώτα δώρα, ανάμεσα σε αυτά και τα "δώρα" των θεών. Μέσα σε ένα πιθάρι. μια κίστη, ένα κουτί. Δεν θα αργήσει να ανοίξει το καπάκι του πιθαριού και να ξεχυθούν από μέσα τα δεινά-δώρα του γάμου που έστειλαν οι θεοί. Δυστυχία, θάνατος, θλίψη, ευπιστία, αφέλεια, πλάνη, αυταπάτες. Μα; τι δώρα είναι τούτα για έναν γάμο; Όμως -λέει ο μύθος- ότι ο Δίας την τελευταία στιγμή «μετάνιωσε» και έστειλε στην Πανδώρα μια πρόσκαιρη σκέψη, ένα προσωρινό φόβο και εκείνη βάζει γρήγορα το καπάκι στη θέση του. Πρόλαβαν ωστόσο να ξεχυθούν από μέσα όλα τα δεινά και να εξαπλωθούν στη γη και τους ανθρώπους.Ένα μόνο "δώρο" δεν πρόλαβε να ξεφύγει και αυτό είναι η Ελπίδα. Η κόρη της παραπλάνησης και η μητέρα της αυταπάτης.
Έμεινε μέσα στο πιθάρι για να δίνει..."κουράγιο".
  Εκείνος ο πίθος λοιπόν, είχε κλεισμένα όλα τα κακά του  κόσμου, μας λέει ο μύθος. Μίσος, πλάνη, δυστυχία, θλίψη, αυταπάτες. Εκεί "μέσα" βρισκόταν (και συνεχίζει να βρίσκεται) και η Ελπίδα. Ως ένα κακό, ως μια πλάνη ανάμεσα στα μύρια κακά.  
Άρα, εφόσον η Ελπίδα βρίσκεται κρυμμένη στο πάτο του πιθαριού,  αυτό που βρίσκεται έξω στον κόσμο και ονομάζεται Ελπίδα τι είναι;
Κάπου διάβασα πως η ελπίδα είναι η δομική ουσία του ονείρου, της υπομονής, της εγκαρτέρησις ότι κάποτε όλα θα διορθωθούν, κάποτε θα γίνει ένα.. θαύμα και όλα θα φτιάξουν. Ίσως, όμως πως ξέρουμε για αυτήν αφού ποτέ δεν βγήκε;
Έμεινε στον πίθο, φυλακισμένη, ωστόσο πλανάται πάνω από τις ζωές μας. Την αγαπάμε, την καλούμε, την σεβόμαστε, την αποζητούμε σαν να είναι ήδη εδώ. Καλούμε ένα είδωλο, ένα καθρέφτισμα, μια αντανάκλαση.
Η ελπίδα δεν βγήκε ποτέ έξω αλλά πουλήθηκε σε κάθε σπίτι, σε κάθε γειτονιά,  έστω και αν κανείς μας δεν ξέρει από που αγοράστηκε. Την τυλίξαμε σε όμορφο χαρτί και την πήγαμε δώρο στον φίλο, συγγενή, συνάνθρωπο, όταν αυτοί απεγνωσμένοι την καλούσαν. Άλλοι την βάλαμε στο τραπέζι και καλέσαμε φίλους. Κάποιοι την κόψαμε σε κομμάτια και την μοιράσαμε στους πιο απελπισμένους από εμάς και κάποιοι άλλοι, πιο μόνοι, την βάλαμε στο κρεββάτι μας και της κάναμε έρωτα. Σαλιαρίσαμε.
Ώσπου μια νύχτα, κάποιοι που δεν είχαμε ύπνο - το τίμημα του εδιζησάμην εμωυτόν - ψάξαμε το βάζο με την κρυμμένη μαρμελάδα.
Το βάζο όμως περιείχε αλήθειες και όχι γλυκά.
Ήταν η νύχτα που μάθαμε πως η Ελπίδα δεν υπάρχει εδώ πέρα, σε αυτήν την ζωή. Έμεινε στον πάτο ενός πιθαριού φυλακισμένη και πως, όσο μιλάμε, την καλούμε και την ευχόμαστε μένουμε και εμείς φυλακισμένοι, εκεί "μέσα", μαζί της. 
Στο βάζο λοιπόν, η ετικέτα έγραφε: "Αφήστε κάθε ελπίδα, εσείς που μπαίνετε". Και αυτό κάναμε. Και μπήκαμε. Και βουτήξαμε τον δείκτη μας λαίμαργα για να γλυκαθούμε. Είχε καιρό τώρα που θέλαμε να φάμε μια αλήθεια. Και ας ήτανε και σε βάζο. Και ας ήταν πικρή.
Σε εκείνο το βάζο βρήκαμε πως η "ελπίδα πεθαίνει τελευταία" (αλλά θα πεθάνει όπως και να έχει).
Πως η ελπίδα είναι "το όνειρο ενός ξύπνιου" (αλλά όνειρο παραμένει).
Πως η "ελπίδα είναι το τελευταίο πράγμα που κάνει ένας άνθρωπος πριν νικηθεί" (αλλά θα νικηθεί).
Πως η ελπίδα "είναι ο μεγάλος πλαστογράφος της αλήθειας" (αλλά και ποιος την αντέχει την αλήθεια;)
Είδαμε ότι χρεοκοπήσαμε γιατί ξοδέψαμε πολλά σε ελπίδες (αλλά εμείς ποτέ δεν είχαμε πολλά).
Και ότι η "ελπίδα ξεπερνιέται πιο δύσκολα από τον θάνατο" (αλλά όλοι εμείς οι ανέλπιστοι είχαμε ήδη πεθάνει). Από τις πρώτες κουταλιές. Ή λίγο νωρίτερα. Από κείνη την νύχτα που αρχίσανε οι αϋπνίες και αναζητήσαμε το κρυμμένο βάζο.
Στις τελευταίες κουταλιές πια, είδαμε, ότι "η ελπίδα είναι το τελευταίο ανάχωμα πριν την εξέγερση" (εμείς όμως είχαμε ήδη εξεγερθεί, κάποτε, παλιά, και δεν είχαμε όρεξη πια για τέτοια. Είχαμε εξεγερθεί έστω και αν  κανείς δεν μας είχε δει).  Είχαμε όμως προλάβει  να ουρλιάξουμε πως "τώρα, που καμιά ελπίδα δεν χαράζει πουθενά, τώρα δα, αυτήν την στιγμή, είναι απλά μια θαυμάάάσια στιγμή" !!
Χωρίς θάνατο, χωρίς φάρμακο, χωρίς αρρώστια, χωρίς φόβο. Χωρίς φυλακή. Χωρίς ελπίδα καμιά.
Αφήσαμε την ελπίδα μόνη της, εκεί στον πάτο του πιθαριού. Και το είδωλό της σε αυτόν τον κόσμο το σπάσαμε σε χίλια κομμάτια. Και για τους θεούς; Για τους θεούς απλά αναρωτηθήκαμε, ποιοι θεοί να είναι αυτοί, που κάνουν τέτοια δώρα γάμου; Μα η απάντηση χάθηκε μέσα σε ψιθύρους.
  Κλείνοντας, μια εικόνα με έχει στοιχειώσει από παιδί. Η ταινία "Όσα παίρνει ο άνεμος" και την Σκάρλετ να λέει την τελική ατάκα στο τέλος της ταινίας-αφού τα έχει διαλύσει όλα- πως, "αύριο ξημερώνει μια καινούργια μέρα".  Η μεγαλύτερη πώληση ελπίδας στον κινηματογράφο.
Και θέλω κάτι να της πω.
Προσωπικά: 
Αγαπημένη Σκάρλετ Ο' Χάρα, δεν ξέρω αν όντως τελικά "αύριο σου ξημέρωσε μια άλλη, καλύτερη μέρα", αλλά για όλους εμάς τους... ανέλπιστους, δεν έδυσε ποτέ η σημερινή.



Γιώβη Βασιλική. Πρωτοδημοσιεύτηκε  στο ελευθεριακό έντυπο ΑΠΟΣΥΝΔΕΣΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου